11.1.18

Φρένο.

Το δωμάτιο είχε γεμίσει καπνό. Άνοιξε τις μπαλκονόπορτες και κατεβήκαμε να μας ξεκλειδώσει την εξώπορτα. Είχε βρέξει πριν. Το ποδήλατο στον ώμο και η φόρμα μέσα από τις κάλτσες. Θα βραχείς μου είπαν. Δεν βαριέσαι απάντησα, δεν θα είναι η πρώτη φορά. Μήπως να το αφήσεις εδώ και να πάρεις ένα ταξί; Άστο, αύριο θα νιώθω σαν ανάπηρος, ξεστόμισα απροκάλυπτα χωρίς να το σκεφτώ ιδιαίτερα. Ανέβηκα στη σέλα. Χαιρέτησα κοφτά, σχεδόν μέσα από τα δόντια μου κι έφυγα. 

Από Θησέως, Πειραιώς μέχρι Κωνσταντινουπόλεως κι ύστερα σπίτι. Η υγρασία ανεβαίνει κυριολεκτικά, ανάλογα με το πόσο βρεγμένο είναι το κράσπεδο, τα λάστιχα που φοράς και την ταχύτητα σου. Στην εξώπορτα έφτασα μούσκεμα. Παπούτσια, κάλτσες, φόρμα και εσώρουχο. Ο κορμός μου στεγνός. Πάλι καλά, σκέφτηκα. Και πάλι, καλά. 

Αν υπάρχει κάτι που απολαμβάνω περισσότερο την ώρα που είμαι πάνω στο δίτροχο, είναι ότι αυτομάτως μετά τη δεύτερη πεταλιά, όλες μου οι αισθήσεις συγκλίνουν αποκλειστικά στα της διαδρομής. Παρότι αποφεύγω το κράνος. Και οδηγώ γρήγορα. Κι έχω ένα ποδήλατο που του πάει η ταχύτητα. Βέβαια, εκτός από εκείνο το βράδυ. Και, δεν έτρεχα χθες το βράδυ. 

Τσακωνόμουν μόνος, από μέσα μου. Ήταν η στιγμή λίγο πριν τη μεγάλη παύση και τον πανηγυρικό επίλογο που θα έκανα την ανατροπή. Και που λες, γυρίζω δεξιά και το φως με τυφλώνει. Και για κάποιο λόγο δεν επιτάχυνα. Δεν έκανα ν’ αφήσω το ποδήλατο και να πέσω. Απλώς πάτησα φρένο. Στιγμιαία, αδρανής ακόμη και με τα κατώτερα ένστικτα επιβίωσης. Τίποτα δεν σκέφτηκα. Απλώς πάτησα φρένο. Φρένο. 

Πέρασε με κόκκινο. Είχα πράσινο. Φρενάραμε κι δυό. Η κνήμη μου ίσα που ακούμπησε τον προφυλακτήρα του. Όρθιος με τα πέλματα στη βρεγμένη άσφαλτο και το ποδήλατο ανάμεσα στα σκέλια μου. Ο κορμός μου στεγνός. Βγήκε και πήγε να μιλήσει. Ένα νεύμα με το χέρι μου και το βούλωσε ακαριαία. Έμεινα να τον κοιτάζω μερικά δευτερόλεπτα. Αυτό, μόνο. 

Άρχισε να ψιχαλίζει. Έστριψα από Χαροκόπου κι όλα τα υπόλοιπα μηχανικά μέχρι την εξώπορτα. Φλερτάρω με την τυχαιότητα, το συντελεστή ολίσθησης, τον αέρα που είχαν τα λάστιχα, την προσωπική μου ευθύνη, τη ζωή, τις επιλογές κι ένα σωρό ακόμα μπούρδες. Παρέα κι όλα τα ενδεχόμενα σενάρια, μεταφυσικά και μη. 

Κατέβηκε να μας ξεκλειδώσει την εξώπορτα. Το φλουρί έπεσε στο σπίτι. Είχε βρέξει πριν. Θα βραχείς μου είπαν. Δεν βαριέσαι απάντησα, δεν θα είναι η πρώτη φορά. Ένα πράσινο. Ένα κόκκινο. Ύστερα πατήσαμε φρένο. Εσύ;